ἔκλειγμα

ἔκ-λειγμα, ατος, τό,
A medicine that melts in the mouth, lozenge or jujube, Aret.CA1.5, Dsc.2.158 (pl.), Archig. ap. Orib.8.2.27, Sor.1.123.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκλειγμα — medicine that melts in the mouth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκλειγμα — το (AM ἔκλειγμα) φάρμακο με πολτώδη σύσταση (με μέλι στα συστατικά του) το οποίο γλείφει και καταπίνει ο ασθενής, το μαντζούνι …   Dictionary of Greek

  • ἐκλειγμάτων — ἔκλειγμα medicine that melts in the mouth neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλείγμασι — ἔκλειγμα medicine that melts in the mouth neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλείγμασιν — ἔκλειγμα medicine that melts in the mouth neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλείγματα — ἔκλειγμα medicine that melts in the mouth neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλείγματι — ἔκλειγμα medicine that melts in the mouth neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλείγματος — ἔκλειγμα medicine that melts in the mouth neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκλεικτικός — ἐκλεικτικός, ή, όν (Α) (για φάρμακα και φαρμακευτικές ουσίες) αυτός που χρησιμοποιείται ως έκλειγμα …   Dictionary of Greek

  • εκλεικτόν — ἐκλεικτόν, το (AM) έκλειγμα …   Dictionary of Greek

  • ματζούνι — και μαντζούνι, το φάρμακο για εσωτερική χρήση, πυκνόρρευστο και κολλώδες, από λεπτές σκόνες με σιρόπι, μέλι ή υγρή ρητίνη, το έκλειγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. macun] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.